
Μετά από 29 χρόνια ένδοξης και πολυτάραχης τολμώ να πω ζωής, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο Πάολο Κοέλιο, έγραψε ίσως την μεγαλύτερη μπαρούφα όλων των εποχών. Ο αγαπητός Παύλος, κατόρθωσε κάτι σημαντικό. Να γράψει μια παπάρα η οποία θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Πολύ σημαντικό για έναν καλλιτέχνη. Αν ρωτήσεις 100 ανθρώπους: Τι ξέρεις για τον Πάολο Κοέλιο, οι 90 θα σου απαντήσουν το γνωστό απόφθεγμα, περί του σύμπαντος, που ως άλλος Βενιζέλος, συνωμοτεί υπέρ σου για να πετύχεις αυτό που θες. Οι άλλοι 7 θα σου πουν ότι ψηφίζουν Τσίπρα, οι 2 κλασικοί μαλάκες θα επιλέξουν το δεν γνωρίζω, δεν απαντώ, ενώ ο εκατοστός θα σου δείξει τ’ αρχίδια του την ώρα που θα περνάει βιαστικά από μπροστά σου, γιατί τον καθυστερείς με ηλίθιες ερωτήσεις, ενώ εκείνος πρέπει να πάει στη δουλειά, μπας και προλάβει ποτέ να πάρει το συνταξόχαρτο απ’ την αντισυνταγματάρχη Φάνη.
Ο Κοέλιο στην παρέα του, θα ήταν πιο πιθανό να πει: « Όταν θες κάτι πάρα πολύ, φέρεσαι σαν βλάκας και το καταστρέφεις μόνος σου. Αν παρ’ ευχή ξεπεράσεις αυτόν τον αυτοκτονικό ιδεασμό και δεν τα κάνεις μαντάρα μόνος σου, μη μασάς. Όλο το σύμπαν, αποτελούμενο από θεούς, πιστούς φίλους, παλιές γκόμενες, υστερικές αδερφές, λατρεμένους συγγενείς, κόκκινα φεγγάρια, τριχωτούς εξωγήινους, θα συνωμοτήσουν για να γαμήσουν, αυτό το οποίο ονειρεύεσαι και θες ». Αν ο Πάολο το έγραφε αυτό, στα δικά μου μάτια θα ήταν ένας μικρός θεός. Αντιπαρέρχομαι το επιχείρημα ότι αν έγραφε κάτι τέτοιο, ο Αλχημιστής δεν θα ‘χε κάνει τόσα sold out, όσες και οι μαλακίες που βαράει νεαρός 17χρονος, χωρίς γκόμενα που έχει γειτόνισσα την Άξια Ανδρεαδάκη και συνεχίζω με απλά παραδείγματα.
Θες σαν τρελός ( και σε πούστης, το νόημα παραμένει το ίδιο ) να περάσεις μια μέρα, όπως εσύ γουστάρεις. Ξυπνάς το πρωί, παίρνεις εφημερίδα, φτιάχνεις καφέ, ανάβεις το τρίτο τσιγάρο ( τα 2 πρώτα τα πρωινά, δεν παλεύονται ) και διαβάζεις τα τελευταία νέα της Πανάθας πριν το μεγάλο παιχνίδι που θα κρίνει το πρωτάθλημα. Στέλνεις μήνυμα στον κολλητό, για τις πρώτες εκτιμήσεις. Μεσημεριάζει και ‘συ είσαι στην τσίτα. Παραγγέλνεις 3 με γύρο, χωρίς τζατζίκι και κρεμμύδι, τρως για να περάσει πιο γρήγορα η ώρα και μετά την αράζεις, για να απολαύσεις το Μ.τ.Φ. (μετά το φαγητό) τσιγάρο. Παίρνεις τηλέφωνο το πρόσωπο, ξεμπερδεύεις και από ’κει και μετά ανοίγεις ραδιόφωνο και ξαναδιαβάζεις εφημερίδα. Απόλαυση. Η ώρα πλησιάζει. Μια ανατριχίλα σε πιάνει και τα τσιγάρα φουντώνουν. Κλείνεις κινητά, χαμηλώνεις το σταθερό και είσαι έτοιμος για το μεγάλο παιχνίδι. Στα πρώτα 5 λεπτά το άγχος φεύγει και μένει η απόλαυση. Γύρω στ 25λεπτο και ενώ η Πανάθα μετά από κάτι αιώνες έχει πιάσει το γαύρο και τον κοπανάει στα σκοινιά όπως ο Μάικ Τάισον τον Ζαμπίδη, το κουδούνι χτυπάει. Η Μαρία σου λέει ότι σε άκουσε και ότι ξέρει πως είσαι μέσα. Κατεβάζεις ό,τι καντήλι βρίσκεις εύκαιρο στην αγορά και ανοίγεις. Την χαιρετάς στα γρήγορα και συνεχίζεις να βλέπεις τον αγώνα. Η Μαρία μουτρώνει. Σου λέει ότι νιώθει ανασφαλής και ότι την έχεις γραμμένη. Αφού καταλαβαίνεις πόσο αστροπελέκι γκόμενα έχεις, που τελικά το κατάλαβε, της δίνεις τόση σημασία, όσο και ο Κωστάκης στους απεργούς. Ακούς τη γκρίνια της, είναι αόρατη όμως, αρνείσαι να τη δεις. « Γάμησέ τους ρε Γιώργαρε » φωνάζεις εκστασιασμένος μετά από μια τρίπλα του Κάρα που έκανε το Σέζαρ να μάθει τα πρώτα βήματα του παραδοσιακού Μπάλου. Ουπς. Είπες την λάθος λέξη. Το φωτάκι πάνω απ’ το κεφάλι της Μαρίας ανάβει, μετά από καιρό. Κάτι σκέφτηκε. Πριν προλάβεις να σκεφτείς οτιδήποτε η Μαρία βρίσκεται πάνω σου. Αρχίζει να κωλοτρίβεται πάνω σου όπως ο Τόνι στον Τζορτζ. Συνεχίζεις να αντιστέκεται, όμως η δεκαπενθήμερη αποχή από τους αγωνιστικούς χώρους, λόγω πονοκεφάλων, σε κάνει ευάλωτο. Είναι η πρώτη φορά που επικαλείσαι τα θεία, για να της στείλουν τον πλησιέστερο πονοκέφαλο που κυκλοφορεί. Το αίμα σου ανεβαίνει, ειδικά στα 2 κεφάλια, νιώθεις και βλέπεις τις παρενέργειές του. Η Μαρία σου υπενθυμίζει ότι είναι ΟΣΦΠ και σε προτρέπει να της κάνεις ότι και ο Εντόι στην κουνέλα. Αυτό ήταν. Είπε τις μαγικές λέξεις. Σύνθημα Εντόι, παρασύνθημα κουνέλα. Μέχρι και ο μυστικός συνδυασμός της Καλομοίρας θα άνοιγε μετά απ’ αυτό. Φτύνεις την πανάθα, για να κάνεις το ίδιο στη Μαρία.
Προχωράς με αέρινο στιλ κάτω απ’ τη σέντρα, με διαδοχικές προσποιήσεις πλησιάζεις στη μεγάλη περιοχή, αδειάζεις και τον τερματοφύλακα και ενώ είσαι έτοιμος να μπεις με τη μπάλα στο τέρμα ο καριόλης ο κόρακας σφυρίζει οφσάιντ. Η Μαρία συνειδητοποίησε ότι δεν είναι σωστό, ότι της φέρεσαι χάλια και ότι την βλέπεις σαν ωμό κρέας. Η τραγικότητα της ιστορίας θυμίζει σειρά του Παπακαλιάτη, όταν ο εκάστοτε παραπληγικός του ήρωας μαθαίνει απ’ το γιατρό τα δυσάρεστα. Προσπαθείς να την μεταπείσεις, όμως το ασπράδι του ματιού σου, που κοίταξε το πόδι του Μάτος να εκτελεί φάουλ και όχι αυτό της Μαρίας σε πρόδωσε μαλάκα. Η Μαρία σ’ αφήνει όπως η συνονόματή της τον Μαντά. Στα κρύα του λουτρού και φεύγει. Εν τω μεταξύ ο Βούλης σκοράρει για το γαύρο και συ μένεις με το σοκ και το πέος στα χέρια. Ξενερώνεις τόσο πολύ, που η πτώση είναι ανάλογη με αυτή του Χρηματιστηρίου τις μέρες του ένδοξου Γιάννου. Δεν έχεις καν το κουράγιο για μια πιο προσωπική συνομιλία με τον εαυτό σου. Ο Παπαδόπουλος χάνει το πέναλτι και αυτό για ’σένα είναι η χαριστική βολή.
Μόνο τη μέρα σου κατόρθωσες να πηδήξεις μεγάλε μου.
Επειδή κάποιοι θα μιλήσουν για ένα μεμονωμένο και ακραίο περιστατικό, παραθέτω μερικά ακόμη παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι, όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ όλο το σύμπαν σ’ έχει γραμμένο στους μετεωρίτες του:
- Ο Κωστάκης από μικρό παιδί ήθελε να γίνει καλός πρωθυπουργός.
- Ο Γιωργάκης δεν είχε τόσο μεγάλα όνειρα. Του αρκούσε να γίνει, σκέτο, πρωθυπουργός.
- Η Ντόρα και ο Ευάγγελος ήθελαν όταν μεγαλώσουν να γίνουν αρχηγοί κόμματος, όπως οι ξακουστοί πρόγονοί τους.
- Ο Μάκης ονειρευόταν πάντα να γίνει τραγουδιστής και το συγκρότημα του να λέγεται: « Φίλοι για πάντα »
- Ο Αντώνης Ρέμος ήθελε να γίνει λαϊκός τραγουδιστής.
- Ο Δήμος Βερύκιος επιθυμούσε να γίνει ο πρώτος δημοσιογράφος που θα είχε την περιγραφή, σε ζωντανή μετάδοση, του Πολέμου Μπουστόνι- Ιρακ για το Champions leaguns.
Όταν θες κάτι πάρα πολύ, περίμενε. Όταν αρχίσεις να το θες λιγότερο, είσαι σε καλό δρόμο. Όταν απλά το θες, δοκίμασε να το αποκτήσεις. Το σύμπαν τότε μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Μπορεί και να αδιαφορήσει.
Ο Κοέλιο στην παρέα του, θα ήταν πιο πιθανό να πει: « Όταν θες κάτι πάρα πολύ, φέρεσαι σαν βλάκας και το καταστρέφεις μόνος σου. Αν παρ’ ευχή ξεπεράσεις αυτόν τον αυτοκτονικό ιδεασμό και δεν τα κάνεις μαντάρα μόνος σου, μη μασάς. Όλο το σύμπαν, αποτελούμενο από θεούς, πιστούς φίλους, παλιές γκόμενες, υστερικές αδερφές, λατρεμένους συγγενείς, κόκκινα φεγγάρια, τριχωτούς εξωγήινους, θα συνωμοτήσουν για να γαμήσουν, αυτό το οποίο ονειρεύεσαι και θες ». Αν ο Πάολο το έγραφε αυτό, στα δικά μου μάτια θα ήταν ένας μικρός θεός. Αντιπαρέρχομαι το επιχείρημα ότι αν έγραφε κάτι τέτοιο, ο Αλχημιστής δεν θα ‘χε κάνει τόσα sold out, όσες και οι μαλακίες που βαράει νεαρός 17χρονος, χωρίς γκόμενα που έχει γειτόνισσα την Άξια Ανδρεαδάκη και συνεχίζω με απλά παραδείγματα.
Θες σαν τρελός ( και σε πούστης, το νόημα παραμένει το ίδιο ) να περάσεις μια μέρα, όπως εσύ γουστάρεις. Ξυπνάς το πρωί, παίρνεις εφημερίδα, φτιάχνεις καφέ, ανάβεις το τρίτο τσιγάρο ( τα 2 πρώτα τα πρωινά, δεν παλεύονται ) και διαβάζεις τα τελευταία νέα της Πανάθας πριν το μεγάλο παιχνίδι που θα κρίνει το πρωτάθλημα. Στέλνεις μήνυμα στον κολλητό, για τις πρώτες εκτιμήσεις. Μεσημεριάζει και ‘συ είσαι στην τσίτα. Παραγγέλνεις 3 με γύρο, χωρίς τζατζίκι και κρεμμύδι, τρως για να περάσει πιο γρήγορα η ώρα και μετά την αράζεις, για να απολαύσεις το Μ.τ.Φ. (μετά το φαγητό) τσιγάρο. Παίρνεις τηλέφωνο το πρόσωπο, ξεμπερδεύεις και από ’κει και μετά ανοίγεις ραδιόφωνο και ξαναδιαβάζεις εφημερίδα. Απόλαυση. Η ώρα πλησιάζει. Μια ανατριχίλα σε πιάνει και τα τσιγάρα φουντώνουν. Κλείνεις κινητά, χαμηλώνεις το σταθερό και είσαι έτοιμος για το μεγάλο παιχνίδι. Στα πρώτα 5 λεπτά το άγχος φεύγει και μένει η απόλαυση. Γύρω στ 25λεπτο και ενώ η Πανάθα μετά από κάτι αιώνες έχει πιάσει το γαύρο και τον κοπανάει στα σκοινιά όπως ο Μάικ Τάισον τον Ζαμπίδη, το κουδούνι χτυπάει. Η Μαρία σου λέει ότι σε άκουσε και ότι ξέρει πως είσαι μέσα. Κατεβάζεις ό,τι καντήλι βρίσκεις εύκαιρο στην αγορά και ανοίγεις. Την χαιρετάς στα γρήγορα και συνεχίζεις να βλέπεις τον αγώνα. Η Μαρία μουτρώνει. Σου λέει ότι νιώθει ανασφαλής και ότι την έχεις γραμμένη. Αφού καταλαβαίνεις πόσο αστροπελέκι γκόμενα έχεις, που τελικά το κατάλαβε, της δίνεις τόση σημασία, όσο και ο Κωστάκης στους απεργούς. Ακούς τη γκρίνια της, είναι αόρατη όμως, αρνείσαι να τη δεις. « Γάμησέ τους ρε Γιώργαρε » φωνάζεις εκστασιασμένος μετά από μια τρίπλα του Κάρα που έκανε το Σέζαρ να μάθει τα πρώτα βήματα του παραδοσιακού Μπάλου. Ουπς. Είπες την λάθος λέξη. Το φωτάκι πάνω απ’ το κεφάλι της Μαρίας ανάβει, μετά από καιρό. Κάτι σκέφτηκε. Πριν προλάβεις να σκεφτείς οτιδήποτε η Μαρία βρίσκεται πάνω σου. Αρχίζει να κωλοτρίβεται πάνω σου όπως ο Τόνι στον Τζορτζ. Συνεχίζεις να αντιστέκεται, όμως η δεκαπενθήμερη αποχή από τους αγωνιστικούς χώρους, λόγω πονοκεφάλων, σε κάνει ευάλωτο. Είναι η πρώτη φορά που επικαλείσαι τα θεία, για να της στείλουν τον πλησιέστερο πονοκέφαλο που κυκλοφορεί. Το αίμα σου ανεβαίνει, ειδικά στα 2 κεφάλια, νιώθεις και βλέπεις τις παρενέργειές του. Η Μαρία σου υπενθυμίζει ότι είναι ΟΣΦΠ και σε προτρέπει να της κάνεις ότι και ο Εντόι στην κουνέλα. Αυτό ήταν. Είπε τις μαγικές λέξεις. Σύνθημα Εντόι, παρασύνθημα κουνέλα. Μέχρι και ο μυστικός συνδυασμός της Καλομοίρας θα άνοιγε μετά απ’ αυτό. Φτύνεις την πανάθα, για να κάνεις το ίδιο στη Μαρία.
Προχωράς με αέρινο στιλ κάτω απ’ τη σέντρα, με διαδοχικές προσποιήσεις πλησιάζεις στη μεγάλη περιοχή, αδειάζεις και τον τερματοφύλακα και ενώ είσαι έτοιμος να μπεις με τη μπάλα στο τέρμα ο καριόλης ο κόρακας σφυρίζει οφσάιντ. Η Μαρία συνειδητοποίησε ότι δεν είναι σωστό, ότι της φέρεσαι χάλια και ότι την βλέπεις σαν ωμό κρέας. Η τραγικότητα της ιστορίας θυμίζει σειρά του Παπακαλιάτη, όταν ο εκάστοτε παραπληγικός του ήρωας μαθαίνει απ’ το γιατρό τα δυσάρεστα. Προσπαθείς να την μεταπείσεις, όμως το ασπράδι του ματιού σου, που κοίταξε το πόδι του Μάτος να εκτελεί φάουλ και όχι αυτό της Μαρίας σε πρόδωσε μαλάκα. Η Μαρία σ’ αφήνει όπως η συνονόματή της τον Μαντά. Στα κρύα του λουτρού και φεύγει. Εν τω μεταξύ ο Βούλης σκοράρει για το γαύρο και συ μένεις με το σοκ και το πέος στα χέρια. Ξενερώνεις τόσο πολύ, που η πτώση είναι ανάλογη με αυτή του Χρηματιστηρίου τις μέρες του ένδοξου Γιάννου. Δεν έχεις καν το κουράγιο για μια πιο προσωπική συνομιλία με τον εαυτό σου. Ο Παπαδόπουλος χάνει το πέναλτι και αυτό για ’σένα είναι η χαριστική βολή.
Μόνο τη μέρα σου κατόρθωσες να πηδήξεις μεγάλε μου.
Επειδή κάποιοι θα μιλήσουν για ένα μεμονωμένο και ακραίο περιστατικό, παραθέτω μερικά ακόμη παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι, όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ όλο το σύμπαν σ’ έχει γραμμένο στους μετεωρίτες του:
- Ο Κωστάκης από μικρό παιδί ήθελε να γίνει καλός πρωθυπουργός.
- Ο Γιωργάκης δεν είχε τόσο μεγάλα όνειρα. Του αρκούσε να γίνει, σκέτο, πρωθυπουργός.
- Η Ντόρα και ο Ευάγγελος ήθελαν όταν μεγαλώσουν να γίνουν αρχηγοί κόμματος, όπως οι ξακουστοί πρόγονοί τους.
- Ο Μάκης ονειρευόταν πάντα να γίνει τραγουδιστής και το συγκρότημα του να λέγεται: « Φίλοι για πάντα »
- Ο Αντώνης Ρέμος ήθελε να γίνει λαϊκός τραγουδιστής.
- Ο Δήμος Βερύκιος επιθυμούσε να γίνει ο πρώτος δημοσιογράφος που θα είχε την περιγραφή, σε ζωντανή μετάδοση, του Πολέμου Μπουστόνι- Ιρακ για το Champions leaguns.
Όταν θες κάτι πάρα πολύ, περίμενε. Όταν αρχίσεις να το θες λιγότερο, είσαι σε καλό δρόμο. Όταν απλά το θες, δοκίμασε να το αποκτήσεις. Το σύμπαν τότε μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Μπορεί και να αδιαφορήσει.